Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lehrreich
01
διαπαιδαγωγικός, εκπαιδευτικός
Etwas, das nützliches Wissen oder wichtige Erfahrungen vermittelt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am lehrreichsten
συγκριτικός βαθμός
lehrreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Dokumentation war sehr lehrreich.
Το ντοκιμαντέρ ήταν πολύ διαφωτιστικό.



























