Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lehren
[past form: lehrte]
01
διδάσκω, εκπαιδεύω
Jemandem Wissen oder Fähigkeiten vermitteln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
lehrt
ενεστώτα μετοχή
lehrend
απλός αόριστος
lehrte
παθητική μετοχή
gelehrt
Παραδείγματα
Das Leben lehrt uns wichtige Lektionen.
Η ζωή μας διδάσκει σημαντικά μαθήματα.



























