lehren
leh
ˈle:
le
ren
rən
rēn
lehnenleeren

Ορισμός και σημασία του "lehren"στα γερμανικά

lehren
01

διδάσκω, εκπαιδεύω

Jemandem Wissen oder Fähigkeiten vermitteln 
lehren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
lehrt
ενεστώτα μετοχή
lehrend
απλός αόριστος
lehrte
παθητική μετοχή
gelehrt
Παραδείγματα
Sie lehrt an einer Universität. 

Αυτή διδάσκει σε ένα πανεπιστήμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store