lehren
Pronunciation
/ˈleːʁən/

Ορισμός και σημασία του "lehren"στα γερμανικά

lehren
[past form: lehrte]
01

διδάσκω, εκπαιδεύω

Jemandem Wissen oder Fähigkeiten vermitteln
lehren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
lehrt
ενεστώτα μετοχή
lehrend
απλός αόριστος
lehrte
παθητική μετοχή
gelehrt
Παραδείγματα
Das Leben lehrt uns wichtige Lektionen.
Η ζωή μας διδάσκει σημαντικά μαθήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store