Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legen
01
τοποθετώ, βάζω
Etwas an einen bestimmten Ort stellen oder platzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt
ενεστώτα μετοχή
legend
απλός αόριστος
legte
παθητική μετοχή
gelegt
Παραδείγματα
Er legt das Buch auf den Tisch.
Αυτός βάζει το βιβλίο στο τραπέζι.
02
ξαπλώνω, αναπαύομαι
Sich auf den Boden oder in ein Bett legen, um zu ruhen
Παραδείγματα
Er legt sich ins Bett.
Αυτός ξαπλώνει στο κρεβάτι.
03
κάνω αβγό, αποθέτω αβγό
Ein Ei produzieren, besonders bei Vögeln
Παραδείγματα
Die Henne legt ein Ei.
Η κότα κάνει ένα αβγό.
04
φυτεύω, τοποθετώ στο έδαφος
Pflanzen in den Boden setzen
Παραδείγματα
Er legt Samen in den Boden.
Αυτός σπέρνει σπόρους στο έδαφος.
05
κατευνάζομαι, υποχωρώ
Etwas hört auf oder wird weniger intensiv
Παραδείγματα
Der Wind hat nach dem Sturm gelegt.
Ο άνεμος ηρέμησε μετά την καταιγίδα.



























