Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lebensphase
01
στάδιο ζωής, φάση ζωής
Ein charakteristischer Zeitraum der menschlichen Entwicklung mit typischen psychologischen oder sozialen Merkmalen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lebensphase
πληθυντικός τύπος
Lebensphasen
Παραδείγματα
Die Midlife-Crisis markiert oft eine kritische Lebensphase.
Η κρίση της μέσης ηλικίας συχνά σηματοδοτεί μια κρίσιμη φάση ζωής.



























