Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lebenslauf
[gender: masculine]
01
βιογραφικό σημείωμα, βιογραφικό
Schriftliche Übersicht über Ausbildung und Beruf
Παραδείγματα
Er aktualisiert regelmäßig seinen Lebenslauf.
Ενημερώνει τακτικά το βιογραφικό σημείωμά του.



























