der Lebenslauf
Pronunciation
/ˈleːbn̩sˌlaʊ̯f/

Ορισμός και σημασία του "lebenslauf"στα γερμανικά

Der Lebenslauf
[gender: masculine]
01

βιογραφικό σημείωμα, βιογραφικό

Schriftliche Übersicht über Ausbildung und Beruf
der Lebenslauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lebenslaufs
πληθυντικός τύπος
Lebensläufe
Παραδείγματα
Er aktualisiert regelmäßig seinen Lebenslauf.
Ενημερώνει τακτικά το βιογραφικό σημείωμά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store