Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lebensgefahr
01
κίνδυνος για τη ζωή, απειλή θανάτου
Eine Situation, in der das Leben ernsthaft bedroht ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lebensgefahren
γενική πτώση
Lebensgefahr
Παραδείγματα
Nach dem Unfall bestand Lebensgefahr.
LanGeek



























