die Lebensgefahr
Pronunciation
/ˈleːbn̩sɡəˌfaːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "lebensgefahr"στα γερμανικά

Die Lebensgefahr
[gender: feminine]
01

κίνδυνος για τη ζωή, απειλή θανάτου

Eine Situation, in der das Leben ernsthaft bedroht ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lebensgefahr
πληθυντικός τύπος
Lebensgefahren
Παραδείγματα
Schnelle Hilfe kann die Lebensgefahr verringern.
Η γρήγορη βοήθεια μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο για τη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store