Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lebensabschnitt
01
στάδιο ζωής, περίοδος ζωής
Ein zeitlich begrenzter Abschnitt im Leben eines Menschen mit besonderen Merkmalen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lebensabschnitt(e)s
πληθυντικός τύπος
Lebensabschnitte
Παραδείγματα
Die Grundschulzeit war ein prägender Lebensabschnitt.
Ο χρόνος στο δημοτικό σχολείο ήταν ένα διαμορφωτικό στάδιο ζωής.



























