der lebensabschnitt
lebensabschnitt
le:bənsʔapʃnɪt
λεμπανσαπσνιτ

Ορισμός και σημασία του "lebensabschnitt"στα γερμανικά

Der Lebensabschnitt
01

στάδιο ζωής, περίοδος ζωής

Ein zeitlich begrenzter Abschnitt im Leben eines Menschen mit besonderen Merkmalen 
der Lebensabschnitt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Lebensabschnitte
γενική πτώση
Lebensabschnitt(e)s
Παραδείγματα
Die Grundschulzeit war ein prägender Lebensabschnitt. 

Ο χρόνος στο δημοτικό σχολείο ήταν ένα διαμορφωτικό στάδιο ζωής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store