Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leben
01
ζω, κατοικώ
An einem Ort wohnen und existieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
lebt
ενεστώτα μετοχή
lebend
απλός αόριστος
lebte
παθητική μετοχή
gelebt
Παραδείγματα
Ich lebe in Berlin.
Ζω στο Βερολίνο.
02
ζω με το ζόρι, τα βγάζω πέρα
Seinen Alltag bewältigen
Παραδείγματα
Sie lebt von ihrer Rente.
Αυτή ζει από τη σύνταξή της.
03
ζω, είμαι ζωντανός
Am Leben sein
Παραδείγματα
Die Pflanze lebt noch.
Το φυτό ζει ακόμα.
Das Leben
01
Die Zeit zwischen Geburt und Tod
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Lebens
πληθυντικός τύπος
Leben
Παραδείγματα
Das Leben ist schön.



























