Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leben
01
ζω, κατοικώ
An einem Ort wohnen und existieren
Παραδείγματα
Er lebt allein.
Αυτός ζει μόνος.
02
ζω με το ζόρι, τα βγάζω πέρα
Seinen Alltag bewältigen
Παραδείγματα
Sie leben von der Hand in den Mund.
Αυτοί ζουν από το χέρι στο στόμα.
03
ζω, είμαι ζωντανός
Am Leben sein
Παραδείγματα
Die Erinnerung an sie wird immer leben.
Η ανάμνηση της θα ζει πάντα.
Das Leben
[gender: neuter]
01
Die Zeit zwischen Geburt und Tod
Παραδείγματα
Ich liebe mein Leben.


























