langweilig
Pronunciation
/ˈlaŋvaɪ̯lɪç/

Ορισμός και σημασία του "langweilig"στα γερμανικά

langweilig
01

βαρετός, μονοτονικός

Verursacht Langeweile oder Interesseverlust
langweilig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
langweiligsten
συγκριτικός βαθμός
langweiliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Langeweile entsteht, wenn nichts passiert.
Η βαρεμάρα προκύπτει όταν δεν συμβαίνει τίποτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store