langatmig
Pronunciation
/ˈlaŋˌʔaːtmɪç/

Ορισμός και σημασία του "langatmig"στα γερμανικά

01

μακροσκελής, κουραστικός

Weitschweifig und ermüdend in der Darstellung
langatmig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am langatmigsten
συγκριτικός βαθμός
langatmiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Vertrag ist voller langatmiger Formulierungen.
Η σύμβαση είναι γεμάτη μακροσκελείς και κουραστικές διατυπώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store