langatmig
langatmig
langʔa:tmɪk
langatmik

Ορισμός και σημασία του "langatmig"στα γερμανικά

01

μακροσκελής, κουραστικός

Weitschweifig und ermüdend in der Darstellung 
langatmig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am langatmigsten
συγκριτικός βαθμός
langatmiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Aufsatz war so langatmig, dass viele Leser aufhörten. 

Το δοκίμιό του ήταν τόσο μακροσκελές που πολλοί αναγνώστες σταμάτησαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store