die lampe
lampe
lamb̥ə
lambē
lappe

Ορισμός και σημασία του "lampe"στα γερμανικά

01

λάμπα, φωτιστικό

Ein Gerät, das Licht macht 
die Lampe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Lampe
πληθυντικός τύπος
Lampen
Παραδείγματα
Die Lampe ist an. 

Η λάμπα είναι αναμμένη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store