Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
landen
[past form: landete]
01
προσγειώνω, καταλήγω
Vom Himmel sicher auf dem Boden ankommen
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
lande
γ΄ ενικό πρόσωπο
landet
ενεστώτα μετοχή
landend
απλός αόριστος
landete
παθητική μετοχή
gelandet
Παραδείγματα
Das Raumschiff ist gestern Abend gelandet.
Το διαστημόπλοιο προσγειώθηκε χθες το βράδυ.
02
προσγειώνω, καταλήγω
Ein Flugzeug oder etwas anderes sicher auf den Boden bringen
Transitive
Παραδείγματα
Sie lernten, wie man ein Flugzeug landet.
Έμαθαν πώς να προσγειώνουν ένα αεροπλάνο.
03
αγκυροβολώ
Am Ufer oder Hafen ankommen
Intransitive
Παραδείγματα
Die Fähre landet um 15 Uhr am Anleger.
Το πορθμείο προσορμίζεται στην προβλήτα στις 15:00.
04
αγκυροβολώ, προσδένομαι
Ein Schiff in den Hafen oder an den Anleger bringen
Transitive
Παραδείγματα
Der Hafenarbeiter hilft, das Schiff zu landen.
Ο λιμενεργάτης βοηθά στη απόβαση του πλοίου.



























