Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kündigen
01
ακυρώνω, παραιτούμαι
Etwas offiziell beenden oder auflösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kündige
γ΄ ενικό πρόσωπο
kündigt
ενεστώτα μετοχή
kündigend
απλός αόριστος
kündigte
παθητική μετοχή
gekündigt
Παραδείγματα
Ich habe meinen Job gekündigt.
Ακύρωσα τη δουλειά μου.
02
διακόπτω
eine persönliche Beziehung bewusst und endgültig beenden
Παραδείγματα
Sie kündigte die Freundschaft nach dem Verrat.
Αυτή διέκοψε τη φιλία μετά την προδοσία.



























