die che
ˈkʏ
ku
che
çə
chē

Ορισμός και σημασία του "küche"στα γερμανικά

01

κουζίνα, κουζίνα

Raum zum Kochen und Essen 
die Küche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Küchen
γενική πτώση
Küche
Παραδείγματα
Die Küche ist neben dem Wohnzimmer. 

Η κουζίνα είναι δίπλα στο σαλόνι.

02

κουζίνα, μαγειρική τέχνη

Art und Weise des Kochens in einer bestimmten Region oder Kultur 
die Küche definition and meaning
Παραδείγματα
Die italienische Küche ist sehr beliebt. 

Η ιταλική κουζίνα είναι πολύ δημοφιλής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store