Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Küche
[gender: feminine]
01
κουζίνα, κουζίνα
Raum zum Kochen und Essen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Küche
πληθυντικός τύπος
Küchen
Παραδείγματα
Wir essen oft gemeinsam in der Küche.
Τρώμε συχνά μαζί στην κουζίνα.
02
κουζίνα, μαγειρική τέχνη
Art und Weise des Kochens in einer bestimmten Region oder Kultur
Παραδείγματα
Die Küche des Orients ist sehr vielfältig.
Η κουζίνα της Ανατολής είναι πολύ ποικίλη.



























