Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kühl
[comparative form: kühler][superlative form: kühlste-]
01
δροσερός, αναζωογονητικός
Mit etwas niedriger Temperatur
Παραδείγματα
Der Abend war kühl und ruhig.
Το βράδυ ήταν δροσερό και ήσυχο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δροσερός, αναζωογονητικός