kühl
Pronunciation
/kyːl/

Ορισμός και σημασία του "kühl"στα γερμανικά

kühl
[comparative form: kühler][superlative form: kühlste-]
01

δροσερός, αναζωογονητικός

Mit etwas niedriger Temperatur
kühl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kühlste-
συγκριτικός βαθμός
kühler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Abend war kühl und ruhig.
Το βράδυ ήταν δροσερό και ήσυχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store