Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Körperpeeling
01
kosmetisches Mittel zur Entfernung abgestorbener Hautzellen und zur Glättung der Hautoberfläche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Körperpeelings
πληθυντικός τύπος
Körperpeelings
Παραδείγματα
Das Körperpeeling macht die Haut weich.



























