der körper
körper
kœrpɐ
koerp
körner

Ορισμός και σημασία του "körper"στα γερμανικά

01

σώμα, κορμί

Das ganze Fleisch und die Knochen eines Menschen oder Tieres 
der Körper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Körper
γενική πτώση
Körpers
Παραδείγματα
Der Körper braucht Wasser. 

Το σώμα χρειάζεται νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store