der kranich
kran
ˈkʁa:n
kran
ich
ɪç
ich

Ορισμός και σημασία του "kranich"στα γερμανικά

01

γερανός, μεταναστευτικό πτηνό με μακριά πόδια

Großer Zugvogel mit langen Beinen und Hals, bekannt für seinen lauten Ruf und elegante Tänze 
der Kranich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kraniche
αρσενικό ενικό
Kranich
θηλυκό ενικό
Kranichin
γενική πτώση
Kranichs
Παραδείγματα
Der Kranich fliegt in großen Formationen über den Himmel. 

Ο γερανός πετάει σε μεγάλες σχηματισμούς στον ουρανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store