Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kranich
01
γερανός, μεταναστευτικό πτηνό με μακριά πόδια
Großer Zugvogel mit langen Beinen und Hals, bekannt für seinen lauten Ruf und elegante Tänze
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kraniche
αρσενικό ενικό
Kranich
θηλυκό ενικό
Kranichin
γενική πτώση
Kranichs
Παραδείγματα
Der Kranich fliegt in großen Formationen über den Himmel.
Ο γερανός πετάει σε μεγάλες σχηματισμούς στον ουρανό.
LanGeek



























