Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Krankenkasse
[gender: feminine]
01
ασφάλιση υγείας, εταιρεία ασφάλισης υγείας
Eine Firma, die bei Krankheit die Kosten zahlt
Παραδείγματα
Sie arbeitet bei einer Krankenkasse.
Δουλεύει σε μια εταιρεία ασφάλισης υγείας.


























