das kraftwerk
kraftwerk
kʁaftvɛʁk
kraftverk

Ορισμός και σημασία του "kraftwerk"στα γερμανικά

01

ηλεκτρικός σταθμός, μονάδα παραγωγής ενέργειας

Ein Ort, an dem elektrische Energie erzeugt wird 
das Kraftwerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kraftwerke
γενική πτώση
Kraftwerk(e)s
Παραδείγματα
Das Kraftwerk produziert Strom für die ganze Stadt. 

Ο σταθμός παραγωγής ενέργειας παράγει ηλεκτρική ενέργεια για ολόκληρη την πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store