Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kraftwerk
01
ηλεκτρικός σταθμός, μονάδα παραγωγής ενέργειας
Ein Ort, an dem elektrische Energie erzeugt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kraftwerke
γενική πτώση
Kraftwerk(e)s
Παραδείγματα
Das Kraftwerk produziert Strom für die ganze Stadt.
Ο σταθμός παραγωγής ενέργειας παράγει ηλεκτρική ενέργεια για ολόκληρη την πόλη.
LanGeek



























