Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kraft
[gender: feminine]
01
δύναμη, ισχύς
Fähigkeit, etwas zu bewegen oder zu verändern
Παραδείγματα
Du brauchst mentale Kraft für diese Prüfung.
Χρειάζεσαι ψυχική δύναμη για αυτή την εξέταση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δύναμη, ισχύς