kostenpflichtig
kos
ˈkɔs
kaws
tenpflich
ˌtnflɪç
tnflich
tig
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "kostenpflichtig"στα γερμανικά

kostenpflichtig
01

επί πληρωμή, επί πληρωμή

Mit einer Zahlungspflicht verbunden 
kostenpflichtig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die App ist kostenpflichtig und kostet 5 Euro. 

Η εφαρμογή είναι πληρωτέα και κοστίζει 5 ευρώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store