die kraft
kraft
kʁaft
κραφτ
kraut

Ορισμός και σημασία του "kraft"στα γερμανικά

01

δύναμη, ισχύς

Fähigkeit, etwas zu bewegen oder zu verändern 
die Kraft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kräfte
γενική πτώση
Kraft
Παραδείγματα
Er hat große körperliche Kraft. 

Έχει μεγάλη σωματική δύναμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store