der kran
kran
kʁa:n
kran
koran

Ορισμός και σημασία του "kran"στα γερμανικά

01

γερανός, γερανός ανύψωσης

Hebemaschine mit langem Arm zum Anheben und Transportieren schwerer Gegenstände 
der Kran definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Krane
γενική πτώση
Krans
Παραδείγματα
Ein Kran hebt eine schwere Kiste. 

Ένας γερανός σηκώνει ένα βαρύ κουτί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store