Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kran
01
γερανός, γερανός ανύψωσης
Hebemaschine mit langem Arm zum Anheben und Transportieren schwerer Gegenstände
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Krans
πληθυντικός τύπος
Krane
Παραδείγματα
Der Kran hat einen langen Ausleger, der sich drehen kann.
Ο γερανός έχει ένα μακρύ βραχίονα που μπορεί να περιστρέφεται.



























