kosten
Pronunciation
/ˈkɔstn̩/

Ορισμός και σημασία του "kosten"στα γερμανικά

kosten
[past form: kostete]
01

κοστίζω, αξίζω

Einen bestimmten Preis haben oder einen finanziellen Wert darstellen
kosten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
koste
γ΄ ενικό πρόσωπο
kostet
ενεστώτα μετοχή
kostend
απλός αόριστος
kostete
παθητική μετοχή
gekostet
Παραδείγματα
Dieses Kleid kostet nicht viel.
Αυτό το φόρεμα δεν κοστίζει πολύ.
01

κόστος, έξοδα

Die finanziellen Ausgaben oder der Preis für etwas
die Kosten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
plural
γενική πτώση
Kosten
Παραδείγματα
Die Kosten für das Projekt sind groß.
Το κόστος του έργου είναι μεγάλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store