Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kosten
[past form: kostete]
01
κοστίζω, αξίζω
Einen bestimmten Preis haben oder einen finanziellen Wert darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
koste
γ΄ ενικό πρόσωπο
kostet
ενεστώτα μετοχή
kostend
απλός αόριστος
kostete
παθητική μετοχή
gekostet
Παραδείγματα
Dieses Kleid kostet nicht viel.
Αυτό το φόρεμα δεν κοστίζει πολύ.
Die Kosten
01
κόστος, έξοδα
Die finanziellen Ausgaben oder der Preis für etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
plural
γενική πτώση
Kosten
Παραδείγματα
Die Kosten für das Projekt sind groß.
Το κόστος του έργου είναι μεγάλο.



























