korrigieren
ko
kaw
rri
ʁi
ri
gie
ˈgi:
gi
ren
ʁən
rēn
korrodieren

Ορισμός και σημασία του "korrigieren"στα γερμανικά

korrigieren
01

διορθώνω

Fehler erkennen und richtigstellen 
korrigieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
korrigiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
korrigiert
ενεστώτα μετοχή
korrigierend
απλός αόριστος
korrigierte
παθητική μετοχή
korrigiert
Παραδείγματα
Der Lehrer korrigiert die Tests. 

Ο δάσκαλος διορθώνει τις δοκιμασίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store