korrigieren
Pronunciation
/kɔʀiˈɡiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "korrigieren"στα γερμανικά

korrigieren
01

διορθώνω

Fehler erkennen und richtigstellen
korrigieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
korrigiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
korrigiert
ενεστώτα μετοχή
korrigierend
απλός αόριστος
korrigierte
παθητική μετοχή
korrigiert
Παραδείγματα
Die Software korrigiert automatisch Tippfehler.
Το λογισμικό διορθώνει αυτόματα τα τυπογραφικά λάθη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store