Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
korrigieren
01
διορθώνω
Fehler erkennen und richtigstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
korrigiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
korrigiert
ενεστώτα μετοχή
korrigierend
απλός αόριστος
korrigierte
παθητική μετοχή
korrigiert
Παραδείγματα
Die Software korrigiert automatisch Tippfehler.
Το λογισμικό διορθώνει αυτόματα τα τυπογραφικά λάθη.



























