korrekt
Pronunciation
/kɔˈʁɛkt/

Ορισμός και σημασία του "korrekt"στα γερμανικά

01

σωστός, ακριβής

Fehlerfrei und den Regeln entsprechend
korrekt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am korrektesten
συγκριτικός βαθμός
korrekter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Deine Lösung ist korrekter als meine.
Η λύση σου είναι πιο σωστή από τη δική μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store