koppeln

Ορισμός και σημασία του "koppeln"στα γερμανικά

koppeln
01

-, -

koppeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kopple
γ΄ ενικό πρόσωπο
koppelt
ενεστώτα μετοχή
koppelnd
απλός αόριστος
koppelte
παθητική μετοχή
gekoppelt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store