Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
koppeln
01
به هم بستن, به هم متصل کردن
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kopple
γ΄ ενικό πρόσωπο
koppelt
ενεστώτα μετοχή
koppelnd
απλός αόριστος
koppelte
παθητική μετοχή
gekoppelt



























