Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kopieren
[past form: kopierte]
01
αντιγράφω, αναπαράγω
Etwas genau so nachmachen oder duplizieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kopiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kopiert
ενεστώτα μετοχή
kopierend
απλός αόριστος
kopierte
παθητική μετοχή
kopiert
Παραδείγματα
Die Lehrerin hat das Arbeitsblatt kopiert.
Η δασκάλα αντιγράφει το φύλλο εργασίας.



























