Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Koordination
[gender: feminine]
01
συντονισμός, συντονισμός
Die planvolle Abstimmung von Arbeitsabläufen, Aufgaben oder Prozessen in einem System
Παραδείγματα
Die fehlende Koordination führte zu doppelter Arbeit.
Η έλλειψη συντονισμού οδήγησε σε διπλή εργασία.


























