Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
konzentrieren
[past form: konzentrierte]
01
συγκεντρώνομαι, επικεντρώνομαι
Die volle Aufmerksamkeit auf etwas richten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
konzentriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
konzentriert
ενεστώτα μετοχή
konzentrierend
απλός αόριστος
konzentrierte
παθητική μετοχή
konzentriert
Παραδείγματα
Konzentrier dich auf das Wesentliche!
Συγκεντρώσου στο ουσιώδες !



























