Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
konzipieren
[past form: konzipierte]
01
σχεδιάζω, συνθέτω
Etwas planen und in seinen Grundzügen entwerfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
konzipiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
konzipiert
ενεστώτα μετοχή
konzipierend
απλός αόριστος
konzipierte
παθητική μετοχή
konzipiert
Παραδείγματα
Die Hochschule konzipierte einen hybriden Lernplan für berufstätige Studenten.
Το πανεπιστήμιο σχεδίασε ένα υβριδικό πρόγραμμα μάθησης για εργαζόμενους φοιτητές.



























