Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
konzipieren
01
σχεδιάζω, συνθέτω
Etwas planen und in seinen Grundzügen entwerfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
konzipiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
konzipiert
ενεστώτα μετοχή
konzipierend
απλός αόριστος
konzipierte
παθητική μετοχή
konzipiert
Παραδείγματα
Das Team konzipierte eine neue Studie zur Klimawirkung.
Η ομάδα σχεδίασε μια νέα μελέτη για την κλιματική επίδραση.



























