Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Konzept
[gender: neuter]
01
έννοια, ιδέα
Eine durchdachte Idee oder ein Entwurf für etwas Neues, z. B. ein Design oder eine Lösung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Konzept(e)s
πληθυντικός τύπος
Konzepte
Παραδείγματα
Er hat ein künstlerisches Konzept für seine Ausstellung entwickelt.
Έχει αναπτύξει μια καλλιτεχνική έννοια για την έκθεσή του.
02
σχέδιο, πρόγραμμα
Ein geplanter Ablauf oder eine strukturierte Vorgehensweise zur Umsetzung eines Ziels
Παραδείγματα
Ihr Konzept zur Problemlösung war effektiv.
Η ιδέα της για την επίλυση προβλημάτων ήταν αποτελεσματική.



























