die kontrolle
kont
ˈkɔnt
kawnt
ro
ʁɔ
raw
lle
le
wollerolle

Ορισμός και σημασία του "kontrolle"στα γερμανικά

01

έλεγχος, επιθεώρηση

Die Überprüfung oder Steuerung von etwas 
die Kontrolle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kontrollen
γενική πτώση
Kontrolle
Παραδείγματα
Die Polizei macht eine Verkehrskontrolle. 

Η αστυνομία κάνει έλεγχο κυκλοφορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store