Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konsistenz
[gender: feminine]
01
συνέπεια, συνοχή
Die logische oder strukturelle Stimmigkeit und Widerspruchsfreiheit eines Systems oder einer Sache
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Konsistenz
πληθυντικός τύπος
Konsistenzen
Παραδείγματα
Die Konsistenz ihrer Arbeit ist bewundernswert.
Η συνέπεια της εργασίας της είναι αξιοθαύμαστη.
02
συνέπεια, παχύρρευστη
Die Dickflüssigkeit oder Viskosität einer Substanz
Παραδείγματα
Die ideale Konsistenz für diesen Lack ist sirupartig.
Η ιδανική συνοχή για αυτό το χρώμα είναι σαν σιρόπι.



























