Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
konservieren
[past form: konservierte]
01
διατηρώ, κονσερβοποιώ
Lebensmittel durch spezielle Methoden haltbar machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
konserviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
konserviert
ενεστώτα μετοχή
konservierend
απλός αόριστος
konservierte
παθητική μετοχή
konserviert
Παραδείγματα
Konservierte Lebensmittel sind lange haltbar.
Συντηρώντας τα τρόφιμα τα καθιστά διαρκείς για μεγάλο χρονικό διάστημα.
02
διατηρώ, προστατεύω
Etwas in seinem ursprünglichen Zustand bewahren oder schützen
Παραδείγματα
Die Technik konserviert den originalen Zustand.
Η τεχνική συντηρεί την αρχική κατάσταση.



























