Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Konstruktion
01
κατασκευή, δομή
Technischer Aufbau eines Geräts, Gebäudes oder Systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
konstruktionen
γενική πτώση
konstruktion
Παραδείγματα
Dank der modularen Konstruktion lässt sich das Gerät leicht erweitern.
Χάρη στη μοντελοποιημένη κατασκευή, η συσκευή μπορεί εύκολα να επεκταθεί.
LanGeek



























