Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
konservieren
01
διατηρώ, κονσερβοποιώ
Lebensmittel durch spezielle Methoden haltbar machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
konserviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
konserviert
ενεστώτα μετοχή
konservierend
απλός αόριστος
konservierte
παθητική μετοχή
konserviert
Παραδείγματα
Wir konservieren Gemüse für den Winter.
Εμείς διατηρούμε τα λαχανικά για το χειμώνα.
02
διατηρώ, προστατεύω
Etwas in seinem ursprünglichen Zustand bewahren oder schützen
Παραδείγματα
Museen konservieren alte Kunstwerke.
Τα μουσεία συντηρούν τα αρχαία έργα τέχνης.



























