Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kondition
01
φυσική κατάσταση, φυσική κατάσταση
Die körperliche Leistungsfähigkeit, besonders im Sport
Παραδείγματα
Sie trainiert täglich, um ihre Kondition zu halten.
Εκπαιδεύεται καθημερινά για να διατηρήσει τη φυσική της κατάσταση.
02
προϋπόθεση, ρήτρα
Eine festgelegte Voraussetzung oder Regel in einem Vertrag, Abkommen oder einer Vereinbarung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kondition
πληθυντικός τύπος
Konditionen
Παραδείγματα
Die Bank bietet günstige Kreditkonditionen an.
Η τράπεζα προσφέρει ευνοϊκούς όρους δανείου.



























