Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kondition
01
φυσική κατάσταση, φυσική κατάσταση
Die körperliche Leistungsfähigkeit, besonders im Sport
Παραδείγματα
Nach 6 Wochen Training hat sie eine viel bessere Kondition.
Μετά από 6 εβδομάδες προπόνησης, έχει πολύ καλύτερη φόρμα.
02
προϋπόθεση, ρήτρα
Eine festgelegte Voraussetzung oder Regel in einem Vertrag, Abkommen oder einer Vereinbarung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kondition
πληθυντικός τύπος
Konditionen
Παραδείγματα
Die Konditionen des Vertrags sind verhandelbar.
Οι όροι της σύμβασης είναι διαπραγματεύσιμοι.



























