Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kompostieren
01
κομποστοποιώ, μετατρέπω σε κομπόστ
Organische Abfälle in Humus verwandeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kompostiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
kompostiert
ενεστώτα μετοχή
kompostierend
απλός αόριστος
kompostierte
παθητική μετοχή
kompostiert
Παραδείγματα
Beim Kompostieren entsteht wertvoller Dünger.
Η κομποστοποίηση παράγει πολύτιμο λίπασμα.



























