der komplize
komp
ˈkɔmp
kawmp
li
li:
li
ze
tsə
tsē

Ορισμός και σημασία του "komplize"στα γερμανικά

01

συνεργός, συνενοχος

Eine Person, die bei einer Straftat mithilft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Komplizen
αρσενικό ενικό
Komplize
θηλυκό ενικό
Komplizin
neutral form
Mittäter
γενική πτώση
Komplizen
Παραδείγματα
Die Polizei verhaftete den Komplizen. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον συνεργό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store