Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kompetent
01
ικανός, ειδικός
Fähig und qualifiziert, eine Aufgabe erfolgreich zu erledigen
Παραδείγματα
Er hat sich als kompetent im Projektmanagement erwiesen.
Αποδείχθηκε ικανός στη διαχείριση έργων.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ικανός, ειδικός