Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kommunikativ
01
κοινωνικός, επικοινωνιακός
Offen und freundlich im Umgang
Παραδείγματα
Sie ist sehr kommunikativ und redet gern mit Menschen.
Είναι πολύ επικοινωνιακή και της αρέσει να μιλάει με ανθρώπους.
02
επικοινωνιακός, σχετικός με την ανταλλαγή πληροφοριών
mit Kommunikation oder Informationsaustausch verbunden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kommunikativsten
συγκριτικός βαθμός
kommunikativer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Soziale Medien haben eine kommunikative Funktion.
Τα κοινωνικά μέσα έχουν επικοινωνιακή λειτουργία.



























