kommunikativ
ko
κο
mmu
mu
μου
ni
ni
νι
ka
ka
κα
tiv
ˈti:f
τιφ

Ορισμός και σημασία του "kommunikativ"στα γερμανικά

kommunikativ
01

κοινωνικός, επικοινωνιακός

Offen und freundlich im Umgang 
kommunikativ definition and meaning
Παραδείγματα
Sie ist sehr kommunikativ und redet gern mit Menschen. 

Είναι πολύ επικοινωνιακή και της αρέσει να μιλάει με ανθρώπους.

02

επικοινωνιακός, σχετικός με την ανταλλαγή πληροφοριών

mit Kommunikation oder Informationsaustausch verbunden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kommunikativsten
συγκριτικός βαθμός
kommunikativer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kommunikation, Sozialverhalten, Technologie
Παραδείγματα
Soziale Medien haben eine kommunikative Funktion. 

Τα κοινωνικά μέσα έχουν επικοινωνιακή λειτουργία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store