kommunikativ
Pronunciation
/kɔmunikaˈtiːf/

Ορισμός και σημασία του "kommunikativ"στα γερμανικά

kommunikativ
01

κοινωνικός, επικοινωνιακός

Offen und freundlich im Umgang
kommunikativ definition and meaning
Παραδείγματα
Er ist kommunikativ und teilt seine Ideen offen.
Είναι επικοινωνιακός και μοιράζεται ανοιχτά τις ιδέες του.
02

επικοινωνιακός, σχετικός με την ανταλλαγή πληροφοριών

mit Kommunikation oder Informationsaustausch verbunden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am kommunikativsten
συγκριτικός βαθμός
kommunikativer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Kommunikative Fähigkeiten sind im Beruf wichtig.
Οι επικοινωνιακές δεξιότητες είναι σημαντικές στο επάγγελμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store