die kommune
ko
kɔ
kaw
mmu
ˈmu:
moo
ne
nə
nē

Ορισμός και σημασία του "kommune"στα γερμανικά

01

κομμούνα, κοινότητα

Eine Lebensgemeinschaft von Menschen, die bewusst zusammenleben und oft Eigentum, Werte oder Ressourcen teilen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Kommunen
γενική πτώση
Kommune
Παραδείγματα
Die Jugend liebt ihre Kommunen. 

Η νεολαία αγαπά τις κοινότητες της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store